ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

26/01/2018

Άρθρο του Δημ. Παπαδημούλη στο «Social Europe»: Η τόνωση ζήτησης και επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας είναι απαραίτητη και για την Ευρωζώνη

Άρθρο του Δημ. Παπαδημούλη στο «Social Europe»: Η τόνωση ζήτησης και επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας είναι απαραίτητη και για την Ευρωζώνη



Η συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών στη γερμανική κυβέρνηση θα πρέπει να εξυπηρετεί την στρατηγική προώθησης μιας προοδευτικής ατζέντας σε Γερμανία και Ευρωζώνη

Θετικό πως η πλευρά Σουλτς ‘πέρασε’ στη συμφωνία με τη Μέρκελ το ζήτημα των επενδύσεων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη

 

Άρθρο του Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρη Παπαδημούλη, φιλοξενεί το  «Social Europe», με αφορμή τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), και τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. 

Ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε πως «υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος για να δούμε εάν και κατά πόσο ένας νέος ‘μεγάλος συνασπισμός’ θα αναλάβει τη διακυβέρνηση», υπογραμμίζοντας πως «ένα από τα βασικά ζητήματα που επεξεργάζονται οι δύο πλευρές είναι εκείνο της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων και των βημάτων για την ενίσχυση των κοινωνικών και εισοδηματικών συγκλίσεων μεταξύ των κρατιδίων της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας».

Για την εσωτερική οικονομική ατζέντα στη Γερμανία, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σημείωσε ότι «παρά τα πολύ μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα που επιτυγχάνει η γερμανική οικονομία τα τελευταία χρόνια, η εσωτερική ζήτηση δεν αυξάνεται και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν κατέχουν σημαντικό μερίδιο της παραγωγικής δραστηριότητας», προσθέτοντας ότι «η μέση αύξηση των μισθών υπολείπεται κατά πολύ του μέσου όρου των πλέον αναπτυγμένων κρατών του ΟΟΣΑ, ενώ το ύψος της καταναλωτικής δαπάνης επί του ΑΕΠ βρίσκεται σε σημείο πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ».

Ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε επίσης ότι «ο υπέρμετρα εξωστρεφής προσανατολισμός της γερμανικής οικονομίας μειώνει συνεχώς το ύψος των εισαγωγών», με αποτέλεσμα, όπως σημειώνει, «να δημιουργείται ένας τεράστιος ‘κουμπαράς πλεονασμάτων’, που δεν αξιοποιείται στην ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων και της εσωτερικής ζήτησης, τη στιγμή που αυξάνονται τα ποσοστά ελαστικής εργασίας και μερικής απασχόλησης».

Για τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες στην ΕΕ και την Ευρωζώνη και τον ρόλο της Γερμανίας, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ ξεκαθάρισε πως απαιτείται «ένα σαφές χρονοδιάγραμμα δράσης και προώθησης των προτάσεων και βέβαια ένα ξεκάθαρο ‘πακέτο προτάσεων’ από τη γερμανική πλευρά, ώστε να τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί με τις υπόλοιπες προτάσεις που έχουν κατατεθεί και από την πλευρά Μακρόν, την ελληνική κυβέρνηση και τις προοδευτικές δυνάμεις».

Τέλος, ο Δημήτρης Παπαδημούλης υπογράμμισε πως «το βασικό ζήτημα που προκύπτει είναι εάν και κατά πόσο η πλευρά Σουλτς θα μπορέσει να διασφαλίσει τα μέγιστα δυνατά ανταλλάγματα σε περίπτωση συγκρότησης του ‘μεγάλου συνασπισμού’, με τη συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών στη γερμανική κυβέρνηση να πρέπει να εξυπηρετεί τη στρατηγική της προώθησης μιας προοδευτικής ατζέντας, τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ευρωζώνη». Σε διαφορετική περίπτωση, όπως τονίζει, «ο ρόλος των Σοσιαλδημοκρατών δεν θα είναι ιδεολογικά και πολιτικά διακριτός, απομακρύνοντας τις προσπάθειες για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών».

 

Το link της δημοσίευσης:

https://www.socialeurope.eu/boosting-domestic-demand-investments-good-germany-eurozone

 

Ακολουθεί το άρθρο μεταφρασμένο στα ελληνικά:

Η τόνωση ζήτησης και επενδύσεων της γερμανικής οικονομίας είναι απαραίτητη και για την Ευρωζώνη

Τα πρώτα αποτελέσματα από τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των Χριστιανοδημοκρατών / Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) αποτυπώθηκαν σε ένα κοινό κείμενο, το οποίο οι δύο πλευρές θα πρέπει να συγκεκριμενοποιήσουν και να θέσουν υπό έγκριση στη κομματική τους βάση. Υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος για να δούμε εάν και κατά πόσο ένας νέος «μεγάλος συνασπισμός» θα αναλάβει τη διακυβέρνηση, ωστόσο υπάρχουν κάποια βασικά ζητήματα στα οποία αξίζει να εστιάσουμε.

Αναφορικά με την εσωτερική πολιτική ατζέντα που επεξεργάζονται οι δύο πλευρές, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ένα από βασικά ζητήματα είναι εκείνο της αύξησης των δημόσιων επενδύσεων και των βημάτων για την ενίσχυση των κοινωνικών και εισοδηματικών συγκλίσεων μεταξύ των κρατιδίων της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας. Παρά τα πολύ μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα που επιτυγχάνει η γερμανική οικονομία τα τελευταία χρόνια, η εσωτερική ζήτηση δεν αυξάνεται και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν κατέχουν σημαντικό μερίδιο της παραγωγικής δραστηριότητας. Σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, η γερμανική οικονομία δεν «γεννά» νέες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, η μέση αύξηση των μισθών υπολείπεται κατά πολύ του μέσου όρου των πλέον αναπτυγμένων κρατών του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), ενώ το ύψος της καταναλωτικής δαπάνης επί του ΑΕΠ βρίσκεται σε σημείο πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ, οικονομίες δηλαδή με τις οποίες η Γερμανία αναπτύσσει έντονο οικονομικό ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο υπέρμετρα εξωστρεφής προσανατολισμός της γερμανικής οικονομίας μειώνει συνεχώς το ύψος των εισαγωγών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας τεράστιος «κουμπαράς πλεονασμάτων» που δεν αξιοποιείται στην ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων και της εσωτερικής ζήτησης, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά ολόκληρη την Ευρωζώνη. Η ανεργία διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, ωστόσο το κόστος εργασίας μειώνεται σταθερά, με τα ποσοστά ελαστικής εργασίας και μερικής απασχόλησης να αυξάνονται συνεχώς.

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, απαιτείται μια πιο συγκεκριμένη καταγραφή των επόμενων βημάτων, ένα σαφές χρονοδιάγραμμα δράσης και προώθησης των προτάσεων, και βέβαια ένα ξεκάθαρο «πακέτο προτάσεων» από τη γερμανική πλευρά, ώστε να τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί με τις υπόλοιπες προτάσεις που έχουν κατατεθεί και από την πλευρά Μακρόν, από την ελληνική κυβέρνηση και τις προοδευτικές δυνάμεις.

H ελληνική κυβέρνηση προωθεί σταθερά την Σύνοδο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου ως χώρου ζυμώσεων, συγκλίσεων και προτάσεων για το μέλλον της Ευρώπης απέναντι στις αναποτελεσματικές πολιτικές λιτότητας, ενώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενδυναμώνονται οι συζητήσεις μεταξύ των ευρωομάδων της Αριστεράς, των Σοσιαλιστών και των Πρασίνων, στο πλαίσιο της «Προοδευτικής Συμμαχίας», με ορίζοντα τις ευρωεκλογές του 2019.

Οι Τσίπρας και Μακρόν έχουν ανοιχτό διάλογο επικοινωνίας και στηρίζουν από κοινού, παρά τις διαφορές τους σε άλλα θέματα, τη μεταρρυθμιστική προοπτική στην Ευρωζώνη, προτείνοντας την αλλαγή του οικονομικού μείγματος, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, την αποτελεσματική εφαρμογή ενός βιώσιμου κοινωνικού πυλώνα, την ανακατανομή των ευρωπαϊκών πόρων, την τραπεζική ένωση και τη φορολογική εναρμόνιση, τη δημοκρατική λογοδοσία θεσμών όπως το Eurogroup και τη μετεξέλιξη του ΕΜΣ σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.     

Η καθυστέρηση στη συγκρότηση κυβέρνησης στη Γερμανία επιβραδύνει τις διεργασίες αυτές σε ευρωπαϊκό επίπεδο και καθυστερεί την εντατικοποίηση του διαλόγου. Ωστόσο, είναι θετικό πως η πλευρά Σουλτς έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και «πέρασε» στην συμφωνία  το ζήτημα των επενδύσεων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής και περιφερειακής σύγκλισης.

Οι Σοσιαλδημοκράτες επιθυμούν οι επενδυτικές αποφάσεις να προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, και να υπάρχει έλεγχος διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «πατώντας» πάνω στη βασική διατύπωση Σουλτς για στροφή της γερμανικής οικονομικής πολιτικής προς την Ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά η Μέρκελ συμφωνεί στο «επενδυτικό άνοιγμα» προς την Ευρωζώνη, διατηρώντας όμως το γερμανικό Κοινοβούλιο ως ρυθμιστή της επενδυτικής πολιτικής, υποβαθμίζοντας το ρόλο της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το βασικό ζήτημα που προκύπτει είναι εάν και κατά πόσο η πλευρά Σουλτς θα μπορέσει να διασφαλίσει τα μέγιστα δυνατά ανταλλάγματα σε περίπτωση συγκρότησης του «μεγάλου συνασπισμού». Η συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών στη γερμανική κυβέρνηση, εάν και εφόσον πραγματοποιηθεί,  θα πρέπει να εξυπηρετεί τη στρατηγική της προώθησης μιας προοδευτικής ατζέντας, τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ευρωζώνη. Διαφορετικά, ο ρόλος των σοσιαλδημοκρατών δεν θα είναι ιδεολογικά και πολιτικά διακριτός, απομακρύνοντας τις προσπάθειες για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας  και των ασφυκτικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Σύγκριση νέων επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που σταματούν τη δραστηριότητά τους
Κόστος εργασίας




Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ