ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

14/02/2019

Μ. Καλογήρου: Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται στην κατεύθυνση της επικράτησης του προοδευτισμού - βίντεο

Μ. Καλογήρου: Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται στην κατεύθυνση της επικράτησης του προοδευτισμού - βίντεο



.

Θα χρειαστώ μόνο τον χρόνο του Υπουργού, όπως μίλησαν οι Υπουργοί, που μίλησαν τον χρόνο των Βουλευτών, τα επτά λεπτά δηλαδή.
Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, άκουσα με ενδιαφέρον τις τοποθετήσεις. Μία από αυτές έκανε λόγο για ένα πρόβλημα πολιτικό της Κυβέρνησης και όχι για ένα πρόβλημα συνταγματικό.
Αναδιατυπώνοντας αυτή τη σκέψη, εγώ θα ήθελα να πω ότι το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης είναι, πράγματι, ένα μείζον πολιτικό ζήτημα. Δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι διαφορετικά, όταν το πολιτικό σύστημα καλείται να αναμορφώσει, να καθορίσει ξανά τους όρους του δημοκρατικού πολιτικού παιγνιδιού.
Πράγματι, αυτή η πρόταση, η οποία συζητείται και σήμερα στην Ολομέλεια μετά από τις εργασίες της Αναθεωρητικής Επιτροπής, είναι μια πρόταση η οποία προέρχεται από μια αριστερή Κοινοβουλευτική Ομάδα. Είναι μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης με προοδευτικό πρόσημο, που πληροί, κατά τη γνώμη μου, προϋποθέσεις συναίνεσης σίγουρα με τον προοδευτικό χώρο και ασφαλώς και με την κοινωνία.
Τέθηκε, επίσης, από πολλούς ομιλητές το ζήτημα για το αν αυτή είναι μια κατάλληλη πολιτική συγκυρία, αν έχουμε τη νηφαλιότητα ως πολιτικό σύστημα, προκειμένου να συζητήσουμε τα θέματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Κατά την άποψή μου, ναι, αυτή είναι μια σημαντική ιστορική συγκυρία, καθόσον ολοκληρώθηκε το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018, μετά από οκτώ χρόνια οικονομικής κρίσης που διαπέρασε την κοινωνική πλειοψηφία. Μετά απ’ όλα αυτά που αντιμετώπισε το πολιτικό σύστημα, αλλά κυρίως η κοινωνία, η θεσμική θωράκιση μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης είναι επίκαιρη περισσότερο από ποτέ.
Από την άλλη μεριά, είναι και μια σημαντική –κατά την άποψή μου- πολιτική συγκυρία. Παρά την όποια πολιτική σύγκρουση, είμαι της άποψης ότι και σ’ ένα πλαίσιο πολιτικών συγκρούσεων μπορούμε να καταλήξουμε σε συναινέσεις. Είναι αρκετά εποικοδομητική πολλές φορές η σύγκρουση. Αυτό διαφάνηκε και διαπιστώθηκε και από τις εργασίες και τις τοποθετήσεις των Βουλευτών στην Επιτροπή αφενός και αφετέρου μετά και από τη νομοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων από πλευράς Κυβέρνησης. Ασφαλώς και μετά την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών μια αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και η συζήτηση στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο νομίζω ότι θέτει και τις πολιτικές προϋποθέσεις, προκειμένου να υπάρχει μια καλή συγκυρία, προκειμένου να διενεργείται η συγκεκριμένη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Θα ήθελα να τοποθετηθώ για λίγο στο ζήτημα που απασχόλησε το Σώμα σήμερα το πρωί όσον αφορά την παρεμπίπτουσα συζήτηση αναφορικά με το ζήτημα της κατεύθυνσης και εν συνεχεία της δεσμευτικότητας της κατεύθυνσης. Θα προσπαθήσω να μη συνταγματολογήσω, γιατί νομίζω ότι οι συνταγματολόγοι της Αίθουσας έχουν κουραστεί από τους διάφορους συνταγματολογούντες, όχι μόνο στην Αίθουσα, αλλά κυρίως έξω απ’ αυτήν την Αίθουσα, στα τηλεπαράθυρα. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να κάνω μια περισσότερο πολιτική προσέγγιση, προσπαθώντας να υποστηρίξω την άποψη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.
Πρώτα απ’ όλα, εκτιμώ ότι υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός ως προς την κατεύθυνση και ασφαλώς το περιεχόμενο και νομίζω ότι έχει διασαφηνιστεί αυτό αρκετά στη σημερινή συζήτηση. Η ανάγκη για την αναθεώρηση συγκεκριμένων διατάξεων δεν είναι απολύτως συνδεδεμένη με την κατεύθυνση; Ασφαλώς ναι. Αυτό είναι ένα λογικό συστηματικό επιχείρημα, ότι δηλαδή η ίδια η ανάγκη θέτει και τους όρους της κατεύθυνσης. Υπάρχει κατά την άποψή μου και ένα κοινοβουλευτικό τελεολογικό επιχείρημα ότι με δεδομένο το γεγονός ότι στον σκληρό πυρήνα της συζήτησης αυτής βρίσκεται η συναίνεση, η προτεινόμενη Βουλή θα πρέπει να διατυπώνει με σαφήνεια την πρότασή της προς την Αναθεωρητική Βουλή και όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και στην κοινωνία και στο εκλογικό σώμα.
Συνεπώς, ως προς αυτό θεωρώ ότι το να συμπεριλαμβάνουμε την κατεύθυνση και στο ψηφοδέλτιο δεν είναι μια κοινοβουλευτική αστοχία. Μπορεί να είναι μια καλή πρωτοτυπία, η οποία μπορεί να θέσει όρους –νομίζω- μιας ποιοτικότερης συζήτησης, μιας ποιοτικότερης πρότασης με σαφήνεια από την πλευρά της Βουλής που προτείνει προς τη Βουλή που θα προκύψει, τη Βουλή που θα αναθεωρήσει.
Φτάνουμε τώρα στο ζήτημα της δεσμευτικότητας. Νομίζω ότι είναι γνωστό σε όλους ότι έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις στη θεωρία. Κρατούσα άποψη στη θεωρία είναι ότι δεν είναι δεσμευτική. Υπάρχει, όμως, και αντίθετη θεωρία, η οποία υποστηρίζει τη δεσμευτικότητα και η θεωρία αυτή συνδυάζεται με τις δύο δικαστικές αποφάσεις, κατά την άποψή μου, από την απόφαση ΕΔΔΑ, αλλά και την απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Καλώς άνοιξε η συζήτηση αυτή; Εγώ νομίζω ότι με την πάροδο των χρόνων και με την κοινοβουλευτική συζήτηση το να συζητηθούν τα θέματα και της αποσαφήνισης της κατεύθυνσης και της διατύπωσης στο ψηφοδέλτιο της κατεύθυνσης, αλλά και της συζήτησης που έγινε σήμερα όσον αφορά τη δεσμευτικότητα στην κατεύθυνση, δεν είναι μια άχρηστη συζήτηση. Είναι μια καλή συζήτηση, η οποία θα βοηθήσει, θα διευρύνει τη συζήτηση αυτή. Συνεπώς, δεν είναι μάταια, ούτε κατά τη γνώμη μου είναι ακραία κοινοβουλευτικά. Η άποψη ότι είναι δεσμευτική και η κατεύθυνση στηρίζεται, κατά την άποψή μου, σε δύο ουσιαστικά επιχειρήματα και σε ένα συνταγματικό επιχείρημα. Το ουσιαστικό επιχείρημα είναι ότι αν η Αναθεωρητική Βουλή αναθεωρήσει σε μια απολύτως αντίθετη κατεύθυνση, προωθούνται σίγουρα ανορθολογικές, ανειλικρινείς πολιτικές συμπεριφορές αιφνιδιασμού. Έχουμε, δηλαδή, ένα συνταγματικό παίγνιο που κατά τη γνώμη μου απάδει από τη θεσμική σοβαρότητα της διαδικασίας.
Ένα δεύτερο ουσιαστικό επιχείρημα είναι ότι κάθε νομοθετική διαδικασία έχει το ελάχιστο της προβλεψιμότητας και αυτή η προβλεψιμότητα αφορά και το ίδιο το Σώμα, αλλά και την ίδια την κοινωνία. Ας σκεφτούμε, δηλαδή, σε μια διαδικασία κανονικής νομοθέτησης ένα νομοσχέδιο να ξεκινάει από το άλφα και στην ψήφισή του να καταλήγει ως νομοσχέδιο ωμέγα. Αυτό θα ήταν ένα τεράστιο παράδοξο και γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι και αυτό είναι ένα ουσιαστικό σοβαρό επιχείρημα.
Η τρίτη άποψη είναι περισσότερο συνταγματική. Αφορά στη διαπίστωση της συναίνεσης, η οποία θα πρέπει να είναι σταθερή σε δύο διαδοχικές διαδικασίες, οι οποίες θα πρέπει να είναι ισοδύναμες. Δηλαδή, ο φορέας συνταγματικής εξουσίας δεν θα πρέπει να μοιράζεται τη διαδικασία αυτή με δυσανάλογο τρόπο.
Οι δύο αποφάσεις, τις οποίες επικαλέστηκα πριν, είναι οι εξής: Πρώτα είναι η 11 του 2003 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, όπου ρητά, σαφώς και ομόφωνα κρίνει ότι η προτείνουσα Βουλή μπορεί υπό προϋποθέσεις να δεσμεύσει την Αναθεωρητική Βουλή ως προς το περιεχόμενο της τελικής ρύθμισης των διατάξεων που προτάθηκαν προς αναθεώρηση.
Επικαλέστηκα επίσης την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση 15 της 15ης Ιουνίου του 2006. Η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του άρθρου 3 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ λόγω της θέσπισης απόλυτου επαγγελματικού ασυμβίβαστου. Είναι γνωστή η υπόθεση. Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η άμεση, χωρίς μεταβατικές διατάξεις, εφαρμογή της εν λόγω Αναθεώρησης αιφνιδίασε τόσο τους ενδιαφερόμενους Βουλευτές όσο και τους ψηφοφόρους στις εκλογές που μεσολάβησαν μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης Βουλής.
Βέβαια, το ζήτημα εδώ είναι κατά τη γνώμη μου εξόχως πολιτικό και ασφαλώς αυτό το εξόχως πολιτικό ζήτημα θα κριθεί τελικά στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή. Στην πράξη θα το δούμε. Νομίζω ότι εδώ ήταν αρκετά χρήσιμο το παράδειγμα, το οποίο μας έδωσε ο κ. Παρασκευόπουλος σήμερα το πρωί όσον αφορά το άρθρο 86. Είπε, δηλαδή: «Ας σκεφτούμε, αν δεν είναι διατυπωμένη με σαφήνεια η πρόταση αυτή και η κατεύθυνσή της και δεν είναι και δεσμευτική, πώς θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια άλλου είδους παρέμβαση στο άρθρο 86;». Είναι, δηλαδή, κατά την άποψή μου και τα ίδια τα άρθρα προς αναθεώρηση αυτά που καταδεικνύουν τον βαθμό της δεσμευτικότητας μιας πρότασης, ακόμη και στη βάση της κοινής λογικής.
Τι θέλω να πω μ’ αυτό; Άλλο παράδειγμα: Στο άρθρο 3 η πρόταση αφορά τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Μπορούμε να σκεφτούμε κάτι ανάποδο; Θα μπορούσε ποτέ να αναθεωρήσει η επόμενη κυβέρνηση σε μια άλλη κατεύθυνση; Να κάνει τι; Να διακηρύξει τη θεοκρατία; Ασφαλώς και όχι. Μπορεί να συνεχιστεί αυτός ο κατάλογος με το άρθρο 5 όσον αφορά την αλλαγή της κατεύθυνσης στην κατοχύρωση της απόλυτης προστασίας ζωής, τιμής, ελευθερίας χωρίς διάκριση φύλου, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού. Μπορούμε να το σκεφτούμε διαφορετικά; Ασφαλώς και όχι. Το ίδιο και τα άρθρα 21 και 22, τα οποία νομίζω ότι θέτουν σοβαρούς όρους συνταγματικής αναθεώρησης στον τομέα των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Τα αυτά αφορούν και στην αναδιοργάνωση του πολιτικού μας συστήματος όσον αφορά τη βουλευτική ιδιότητα του Πρωθυπουργού, όσον αφορά τα κωλύματα εκλογιμότητας, όσον αφορά τα δημοψηφίσματα, όσον αφορά την απλή αναλογική.
Αυτές ήταν οι σύντομες απόψεις μου σε σχέση με τη σημερινή συζήτηση.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έκανε λόγο για μια χαμένη ευκαιρία, είπε ότι μπορεί αυτή να είναι μια χαμένη ευκαιρία. Αν διαβάσουμε τα Πρακτικά Αναθεωρητικών Βουλών, θα δούμε ότι και στο παρελθόν ξεκινούν οι ομιλίες με τη φράση «είναι μια χαμένη ευκαιρία». Είπε, λοιπόν, ότι είναι μια χαμένη ευκαιρία για ένα προοδευτικό Σύνταγμα.
Ποιο είναι, λοιπόν, το προοδευτικό Σύνταγμα, η προοδευτική αναθεωρητική πρόταση, σύμφωνα με την άποψη της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης; Άρθρο 16. Άρθρο 24. Είναι οι δασικοί χάρτες που πράγματι τόσο ενοχλούν. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, ο δημοσιονομικός δηλαδή ζουρλομανδύας, όπου ο ομιλητής της Νέας Δημοκρατίας είπε πως, αν περνούσε μια τέτοια διάταξη, θα υπήρχε μια αυτόματη μείωση της τάξης του 1,5% στα επιτόκια του ελληνικού ομολόγου. Ασφαλώς προοδευτικό σημαίνει να ονομάζουμε με ευχολόγια θέματα που αφορούν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Εκτιμώ, λοιπόν, πως αυτή η προσέγγιση περί προοδευτικού Συντάγματος χάνει ιδεολογικά, αλλά χάνει και όσον αφορά τη λογική.
Επιτρέψτε μου, επίσης, να σχολιάσω τα περί του άρθρου 86 και όσα ανέφερε ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για την πρόταση την οποία εκείνος έκανε, όπου όμως ήταν Βουλευτής της κυβερνητικής Πλειοψηφίας. Αν ο ίδιος θέλει να αφηγείται αυτήν την ιστορία όσον αφορά τη δική του προσωπική στάση, νομίζω ότι εκθέτει την κοινοβουλευτική Πλειοψηφία, της οποίας ήταν τότε Βουλευτής, γιατί θα πρέπει με κάποιο τρόπο να δώσει μια εξήγηση γιατί, παρά το γεγονός ότι ήταν Βουλευτής της Πλειοψηφίας, δεν μπόρεσε να επικρατήσει και να συγκεντρώσει και τους υπόλοιπους Βουλευτές, προκειμένου να τεθεί τότε προς αναθεώρηση το άρθρο 86.
Επέδειξε, επίσης, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ψηφοδέλτιο του 2008, μόνο που ξέχασε να πει πως όσον αφορά το άρθρο 16 τότε, στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2008, στο ψηφοδέλτιο υπήρξε η εισαγωγή δύο παραγράφων. Συνεπώς, και εδώ υπήρχε η σαφήνεια όσον αφορά την κατεύθυνση, γιατί δεν άφησε κενές δύο παραγράφους στο συγκεκριμένο άρθρο το οποίο ψηφίστηκε τότε με 185 ψήφους, γιατί οι 151 που μετά επικύρωσαν τις παραγράφους αυτές δεν είδαν κάτι κενό, δεν είδαν δυο κενές παραγράφους.
Τέθηκαν, επίσης, από πολλούς ομιλητές και από τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τα ζητήματα Δικαιοσύνης. Θέλω, πρώτα απ’ όλα, να πω ότι πράγματι το 2016, όταν ξεκίνησε η διαδικασία αυτή και ξεκίνησε στον δημόσιο διάλογο, οι αποστάσεις οι οποίες τηρήθηκαν τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από το Κίνημα Αλλαγής ήταν ρητές. Διατυπώθηκαν με δημόσιες δηλώσεις εκείνες τις ημέρες. Η Νέα Δημοκρατία έκανε τη δήλωση ότι η Κυβέρνηση επιλέγει να δραπετεύσει από την τότε σκληρή διαπραγμάτευση με μια αέναη διαβούλευση για τη συνταγματική αναθεώρηση, ενώ το Κίνημα Αλλαγής μίλησε για σόου αποπροσανατολισμού των πολιτών από τα μεγάλα προβλήματα που βιώνει η κοινωνία.
Με αυτούς τους όρους η διαβούλευση η οποία προηγήθηκε βρήκε απόντες τις δικαστικές ενώσεις, αλλά και τους δικηγορικούς συλλόγους, τους ενδιαφερόμενους φορείς σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολάβησε μέχρι την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας. Το τελευταίο διάστημα το σύνολο των δικαστικών ενώσεων προέβησαν σε γενικές συνελεύσεις και σε ψηφίσματα. Τέθηκαν στην κρίση τόσο των δικαστών όσο και των δικηγόρων τα θέματα της συνταγματικής αναθεώρησης και αυτά είναι δημόσια, έχουν αναρτηθεί και έχουν δημοσιοποιηθεί τόσο από τις δικαστικές ενώσεις όσο και από την ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων.
Ως προς τον τρόπο επιλογής στην ηγεσία της Ανώτατης Δικαιοσύνης, των ανωτάτων δικαστών, όλες οι δικαστικές ενώσεις φαίνεται να συμφωνούν ότι χρειάζεται να αλλάξει ο τρόπος διαδικασίας. Κανείς, όμως, δεν συμφωνεί με κανέναν όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να οδηγηθούμε σε αυτήν την αλλαγή. Το ίδιο έχει γίνει και με τις προτάσεις των κομμάτων, τα οποία συμφωνούν με την αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης. Άλλοι μιλούν για ένα εκλεκτορικό σώμα, άλλοι μιλούν για επιλογή από τους ίδιους τους δικαστές, άλλοι μιλούν για μια κοινοβουλευτική διαδικασία με πλειοψηφία εκατόν πενήντα Βουλευτών. Επειδή, λοιπόν, καμία απ’ αυτές τις προτάσεις δεν ήταν απολύτως πλειοψηφική, γι’ αυτό και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει μια ώριμη και σαφής πρόταση η οποία να καθορίζει με έναν καινούργιο τρόπο τον τρόπο επιλογής των δικαστών.
Θέλω, όμως, να κάνω και ένα σχόλιο ως προς αυτό. Όσα ακούστηκαν σήμερα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, εγώ εκτιμώ ότι είναι προσβλητικά τόσο για τους ανώτατους δικαστές που κοσμούν, αλλά και για όσους ανώτατους δικαστές έχουν κοσμήσει όλα αυτά τα χρόνια την ηγεσία της Δικαιοσύνης, ακολουθώντας τη συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία τηρείται εδώ και χρόνια, και μάλιστα συμπληρώθηκε κατά την πορεία της με τη διαδικασία της ακρόασης των υποψηφίων στη διαδικασία της προεπιλογής στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.
Εξίσου προσβλητική, κατά τη γνώμη μου, είναι η συζήτηση αναφορικά με το θέμα της συμμετοχής των δικαστικών λειτουργών στα πολιτικά είτε στην πολιτική ζωή του τόπου, όταν οι ίδιοι θέλουν μετά την ολοκλήρωση της σταδιοδρομίας τους να ασχοληθούν με την πολιτική, είτε ως υποψήφιοι Βουλευτές, είτε ως Υπουργοί, είτε ως επικεφαλής των Ανεξαρτήτων Αρχών.
Η πρόταση που εδώ διατυπώθηκε πλειοψηφικά ήταν μια χρονική απόσταση μεταξύ της συνταξιοδότησης και του χρόνου στον οποίο μπορούν –επιτρέψτε μου τον όρο- να ενεργοποιηθούν. Δηλαδή τι σημαίνει; Αν ο δικαστής αποχωρήσει από το Σώμα μετά από τρία χρόνια, αφού αδρανοποιηθεί κοινωνικά και επαγγελματικά, ως τι τεκμαίρεται; Ποιο είναι το τεκμήριο που δημιουργεί αυτή η χρονική απόσταση; Εκτιμώ ότι οι δικαστές οι οποίοι βρίσκονται επικεφαλής όλα αυτά τα χρόνια στις Ανεξάρτητες Αρχές, αλλά και το δικαίωμά τους να έχουν την πολιτική τους ταυτότητα, την οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή την αφήνουν στην άκρη, τη στιγμή που εκτελούν τα καθήκοντά τους, είναι ζήτημα δημοκρατίας και δεν μπορούμε, νομίζω, να αφήνουμε εντυπώσεις εις βάρος των δικαστικών λειτουργών.
Όσον αφορά το ζήτημα του συνταγματικού ελέγχου, και εδώ υπάρχουν δύο απόψεις: Υπάρχει η άποψη που υποστηρίζει την ίδρυση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου ή τη μορφοποίηση –ας πούμε- του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, παρέχοντας σε εκείνο –αυτή είναι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, αν δεν κάνω λάθος- τον συνταγματικό έλεγχο και δημιουργώντας έτσι ένα μόρφωμα, ένα sui generis Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ως προς αυτό το ζήτημα άποψη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο διάχυτος συνταγματικός έλεγχος, ο οποίος ξεκινά από τον ειρηνοδίκη και καταλήξει στον αεροπαγίτη, παρέχει ασφάλεια δικαίου, αλλά και ασφάλεια δημοκρατίας και θωρακίζει τον συνταγματικό έλεγχο από οποιαδήποτε κρατική ή άλλη αυθαιρεσία.
Υπάρχει αναθεωρητέο άρθρο που αφορά τη Στρατιωτική Δικαιοσύνη και είναι πράγματι σε θετική κατεύθυνση. Τέθηκε, επίσης, σε συζήτηση το ζήτημα της αύξησης των ορίων ηλικίας στη συνταξιοδότηση των δικαστικών λειτουργών. Υπενθυμίζω πως όταν γεννήθηκε η συζήτηση αυτή, γνωμοδοτικά ο Άρειος Πάγος με πλειοψηφία αποφάσισε να μην αυξηθεί. Δεν συμφωνούν αφενός ως προς την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, αλλά και στις γενικές τους συνελεύσεις οι οποίες προηγήθηκαν το προηγούμενο διάστημα κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα.
Τα υπόλοιπα θέματα τα οποία έχουν τεθεί εύστοχα, κατά τη γνώμη μου, από τη Νέα Δημοκρατία και αφορούν στην επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης και άλλα τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να τεθούν στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά αφορούν στην τροποποίηση τυπικών νόμων, οπότε η συζήτηση με τις δικαστικές ενώσεις, αλλά και με τα κόμματα μπορεί να συνεχιστεί όσον αφορά μεταρρυθμίσεις που έχουν να κάνουν με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των δικαστηρίων.
Ολοκληρώνω την τοποθέτηση, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, με την εξής σκέψη: Στις επόμενες εκλογές θα συγκρουστούν δύο κόσμοι. Θα συγκρουστεί η πρόοδος με τη συντήρηση, θα συγκρουστεί το κοινωνικό κράτος με τον νεοφιλελευθερισμό, θα συγκρουστεί ο χώρος των δικαιωμάτων με τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Σε αυτή τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων οι απόψεις μας σε σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση, αυτά που διατυπώνουμε και αυτά που προτείνουμε, έχουν ή βρίσκονται στον πυρήνα αυτής της σύγκρουσης των δύο κόσμων και γι’ αυτό θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία, αλλά και η πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται στην κατεύθυνση της επικράτησης του προοδευτισμού.
Ευχαριστώ πάρα πολύ.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ